Ψυχοτρόπες ιδιότητες των Αιθέριων Ελαίων Μέρος Α

Ψυχοτρόπες ιδιότητες των Αιθέριων Ελαίων

Ορισμένα συστατικά αιθέριων ελαίων έχουν λειτουργικές επιδράσεις στο ΚΝΣ (CNS) που είναι φαρμακολογικής προέλευσης, αλλά μπορεί να είναι επιζήμια για την ασφάλεια, ακόμη και σε σημείο να είναι επικίνδυνα. Αυτά περιλαμβάνουν ηρεμιστικά και ψυχοτρόπα, πολλά από τα οποία δρουν τροποποιώντας το g-αμινοβουτυρικό οξύ (GABA), D-ασπαρτικό Ν-μεθυλεστέρα (NMDA), υποδοχείς οπιοειδών ή κανναβινοειδών. Αυτά αναφέρονται λεπτομερώς παρακάτω. Η διέγερση του ΚΝΣ ή η κατάθλιψη που προκύπτει από χρήση τους είναι γενικά αναστρέψιμη σε μέτριες με χαμηλές δόσεις. Υπάρχει μία αναφορά ζάλης, σύγχυσης και κόπωσης σε ποντίκια που εκτέθηκαν στους ατμούς σε εμπορικά αρώματα για μία ώρα (Anderson & Anderson 1998). Ο αισθητηριακός ερεθισμός είναι επίσης μια μορφή νευροτοξικότητας, καθώς συνεπάγεται μεταβολή της νευρολογικής λειτουργίας. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι σε μοντέλα μεμονωμένων κυττάρων ή ζώων, ορισμένα αιθέρια έλαια και συστατικά προστατεύουν τον νευρικό ιστό από βλάβη, συχνά μέσω αντιοξειδωτικών μηχανισμών.

Διεγερτική δραστηριότητα του ΚΝΣ

Τόσο η διέγερση του ΚΝΣ όσο και η καταστολή του ΚΝΣ είναι εκδηλώσεις λειτουργικής νευροτοξικότητας, καθώς μπορούν να αλλάξουν τους φυσιολογικούς τρόπους/καταστάσεις γνώσης, εγρήγορσης και συντονισμού. Στα διεγερτικά του ΚΝΣ περιλαμβάνονται πολλές κετόνες, οι οποίες μειώνουν τη διάρκεια του ύπνου και μπορούν επίσης να προκαλούν επιληπτικές κρίσεις. Δεν είναι όλα τα διεγερτικά του ΚΝΣ σπασμωδικά, αλλά αυτό είναι το πιο σημαντικό ζήτημα ασφάλειας που σχετίζεται με την διέγερση του ΚΝΣ από αιθέρια έλαια.

Επιληπτικά

Οι σπασμοί είναι λειτουργική εκδήλωση νευροτοξικότητας και αποτελούν μια πτυχή της διέγερσης του ΚΝΣ. Οι όροι σπασμός και επιληπτικές κρίσεις χρησιμοποιούνται και οι δύο για να περιγράψουν ακούσιες αλλαγές στη συμπεριφορά, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν κίνηση, λειτουργία, αίσθηση ή επίγνωση. Μπορεί να ποικίλλουν σε βαρύτητα από ξαφνικούς, βίαιες συσπάσεις των μυών, που συχνά συνοδεύονται από απώλεια συνείδησης, αισθήσεις φόβου, οπτικές διαταραχές ή «χαμένη επαφή με τον έξω κόσμο» που διαρκεί για λίγα δευτερόλεπτα. Οι κρίσεις προκαλούνται από μη φυσιολογική ηλεκτρική δραστηριότητα του εγκεφάλου που οδηγεί σε απώλεια συγχρονισμού της νευρωνικής δραστηριότητας. Τα συμπτώματα εξαρτώνται από το σημείο στον εγκέφαλο που η διαταραχή λαμβάνει χώρα. Οι εστιακές ή μερικές κρίσεις προέρχονται από εντοπισμένη περιοχή, ενώ οι γενικευμένες κρίσεις προέρχονται από περισσότερες από μία περιοχές. Μερικές κρίσεις μπορεί να εξελιχθούν σε γενικευμένες και να εμπλέκονται με απώλεια συνείδησης. Οι γενικευμένες κρίσεις ταξινομούνται ανάλογα με την επίδρασή τους στον οργανισμό και αναλυτικότερα: • μια κρίση απουσίας (petit mal) χαρακτηρίζεται από μια ξαφνική, προσωρινή αλλαγή συμπεριφοράς όπως απώλεια συνείδησης ή γρήγορο «αναβοσβήσιμο» και μπορεί να μην γίνει αντιληπτό από άλλους. Αυτές οι κρίσεις εμφανίζονται συνήθως σε άτομα κάτω των 20 ετών και διαρκούν μόνο λίγα δευτερόλεπτα, ακολουθούμενα από πλήρη και γρήγορη ανάκτηση • μια κλονική κρίση χαρακτηρίζεται από ταχεία εναλλαγή συστολής και χαλάρωσης των μυών • μια τονική κρίση χαρακτηρίζεται από παρατεταμένη συστολή ή ένταση του μυ • μια τονικοκλονική κρίση (grand mal) περιλαμβάνει χαρακτηριστικά τόσο από τονικές όσο και κλονικές κρίσεις. Κατά την τονική φάση, ο πάσχων μπορεί να φωνάξει, να έχει ακράτεια, να χάσει τις αισθήσεις του και να πέφτει στο έδαφος. Η μυϊκή σύσπαση μπορεί να είναι ακραία και η αναπνοή μπορεί να σταματήσει. Η κλωνική φάση περιλαμβάνει γενικευμένο ρυθμικό τράνταγμα. Όταν ταξινομούνται οι χρόνιες και επαναλαμβανόμενες, απρόκλητες κρίσεις ως επιληπτικές μπορεί να απαιτείται ιατρική παρέμβαση. Οι επιληπτικές κρίσεις μπορεί να κατακρημνίζονται από διάφορους μηχανισμούς. Αυτά περιλαμβάνουν μείωση της μετάδοσης GABAergic (όπως συμβαίνει με τη θουγιόνη και pinocamphone) και δραστική μείωση της παροχής αίματος στον εγκέφαλο (όπως μπορεί να συμβεί σε ορισμένες εξετάσεις LD50- lethal dose, 50%). Το ανώριμο νευρικό σύστημα είναι πιο επιρρεπές σε τοξικές ουσίες επειδή ο αιματοεγκεφαλικός φραγμός είναι λιγότερο αποτελεσματικός από αυτόν του εγκεφάλου των ενηλίκων (Saunders et al 2000). Υπάρχει επίσης μια μεγαλύτερη ευαισθησία σε επιληπτικές κρίσεις επειδή ο αναπτυσσόμενος εγκέφαλος παρουσιάζει χαρακτηριστικά που ενισχύουν τη νευρωνική διεγερσιμότητα (Jensen 1999, Veliskova et al 1994). Αλλαγές που συμβαίνουν στον εγκέφαλο σε σχετικά νεαρή ηλικία μειώνουν αυτή τη διεγερσιμότητα και τη συνακόλουθη ευαισθησία σε επιληπτικές κρίσεις (Sperber et al 1999). Εξαιτίας διαφορών που καθορίζονται από το φύλο στην ανάπτυξη του εγκεφάλου, τα αρσενικά παιδιά έχουν υψηλότερη συχνότητα απρόκλητων κρίσεων από ό,τι τα κορίτσια (Veliskova et al 2004). Οι κετόνες pinocamphone, ( )-καμφορά και α- και β- θουγιόνη μπορεί να προκαλέσουν σπασμούς σε μη θανατηφόρο δόσεις σε ποντίκια, ενώ έχει ενοχοποιηθεί η (1R)-(þ)-b-pulegone για σπασμούς σε μη θανατηφόρες δόσεις στον άνθρωπο, όταν λαμβάνεται ως συστατικό του αιθέριου ελαίου από το Φλισκούνι. Υπερδοσολογίες σαλικυλικού μεθυλίου έχουν επίσης προκαλέσει επιληπτικές κρίσεις. Αιθέρια έλαια που περιέχουν επομένως σημαντικές ποσότητες αυτών των ενώσεων παρουσιάζουν δοσοεξαρτώμενο κίνδυνο, αν και αυτός μπορεί να τροποποιηθεί από την ταυτόχρονη παρουσία αντισπασμωδικών συστατικών. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει τη μέγιστη ασφαλή δερματική και στοματική έκθεση για το καθένα από αυτά τα συστατικά.

Pinnocamphone

Το Pinocamphone είναι σπασμωδικό και θανατηφόρο για αρουραίους άνω των 0,05 mL/kg ip (Millet et al 1981). Το μόνο αιθέριο έλαιο που περιέχει περισσότερο από το 5% pinocamphone στο τερπενικό του προφίλ είναι το έλαιο του Υσσωπού. Τόσο το pinocamphone όσο και το isopinocamphone δρουν ως ανταγωνιστές των υποδοχέων GABAΑ, χαρακτηριστικό ορισμένων σπασμών (Hold et al 2002).

Έλαιο Υσσωπού (Hyssopus officinalis)

Το «έλαιο υσσωπού» αναφέρεται συνήθως στο pinocamphone CT (χημειότυπο). Οι σπασμωδικές επιδράσεις του ελαίου υσσωπού ερευνήθηκαν για πρώτη φορά τον 19ο αιώνα. Δόσεις 2,5 mg/kg εγχύθηκαν ενδοπεριτοναϊκά σε σκύλους, προκαλώντας σχεδόν άμεσες κρίσεις (Cade'ac & Meunier 1891). Σε μεταγενέστερες δοκιμές, με έγχυση ελαίου υσσωπού σε 1–2 mL αποκάλυψαν διφασική απόκριση. Κατά την πρώτη φάση, η αρτηριακή πίεση έπεσε, η αναπνοή έγινε γρήγορη και τυχαίες κλονικές κινήσεις εμφανίστηκαν. Η δεύτερη φάση χαρακτηρίστηκε από υπέρταση, γρήγορος καρδιακό παλμό και πολλές κλονικές συσπάσεις (Caujolle & Franck 1945b). Σε αρουραίους, εμφανίστηκαν σπασμοί από το έλαιο υσσωπού εφάπαξ όταν χρησιμοποιήθηκαν δόσεις των 130 mg/kg ενδοπεριτοναϊκώς και η μέση μη τοξική δόση ήταν 80 mg/kg (Millet et al 1979). Όταν χορηγείται σε αρουραίους στα 20 mg/kg ενδοπεριτοναϊκά για 15 ημέρες, άρχισαν να εμφανίζονται φλοιώδεις επιδράσεις μετά 3-4 ημέρες, γίνονται πιο δυνατοί και συχνότεροι στη συνέχεια (Millet et al 1980). Η διαζεπάμη προστάτευσε τα ποντίκια από τις σπασμωδικές επιδράσεις του ελαίου υσσωπού (Hold et al 2002). Οι σπασμωδικές δράσεις του ελαίου υσσωπού θεωρείται ότι οφείλεται στην περιεκτικότητά του σε pinocamphone (31,2–42,7%) και isopinocamphone (30,9–39,2%). Οι ποσότητες του ελαίου υσσωπού που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτές τις δοκιμές σε ζώα ήταν γενικά υψηλές, αλλά υπάρχουν τρεις αναφερόμενες περιπτώσεις από χαμηλές δόσεις σε κατάποση λαδιού από τον άνθρωπο με αποτέλεσμα σπασμούς. Η πρώτη περίπτωση ήταν ενός 6χρονου του οποίου η μητέρα του έδινε συχνά 2-3 σταγόνες λάδι ύσσωπου για το άσθμα του. Κατά τη διάρκεια μιας σοβαρής κρίσης, του έδωσε «μισή κουταλιά του καφέ» (ίσως 1 mL) λίγο μετά έπαθε σπασμό. Ανάρρωσε πλήρως μετά από τρεις ημέρες στο νοσοκομείο (Arditti et al 1978). Στη δεύτερη περίπτωση ένα 18χρονο κορίτσι χρησιμοποίησε 30 σταγόνες λάδι υσσωπού για να θεραπεύσει το κρυολόγημα. Μία ώρα αργότερα έχασε τις αισθήσεις της για 10 λεπτά, κατά τη διάρκεια των οποίων υπέφερε από γενικευμένες συσπάσεις και δάγκωσε τη γλώσσα της (Arditti et al 1978). Στην τρίτη περίπτωση μια 26χρονη γυναίκα πήρε 10 σταγόνες λάδι υσσωπού σε κάθε μία από τις δύο διαδοχικές ημέρες, και είχε μια κρίση τη δεύτερη ημέρα (Millet et al 1981). Υπάρχει σαφώς κίνδυνος επιληπτικών κρίσεων από έλαιο υσσωπού που έχει καταναλωθεί από το στόμα, αν και πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχει χημειότυπος λιναλοόλης με 50% linalool και μόνο 0,5–1,0% pinocamphone. Ο κίνδυνος επιληπτικών κρίσεων από την τον χημειότυπο αυτό είναι πιθανώς αμελητέος, ειδικά επειδή η λιναλοόλη είναι αντισπασμωδικό . Θουγιόνη

Ένα μείγμα α- και β-θουγιόνης ήταν σπασμωδικό και νευροτοξικό όταν χορηγήθηκε ενδοπεριτοναϊκώς σε αρουραίους (Millet et al 1980). Υποδόριος η θουγιόνη ήταν σπασμωδική αλλά όχι θανατηφόρα σε ποντίκια στα 590 mg/kg (Wenzel & Ross 1957) και σε αρουραίους στα 36 mg/kg (Sampson & Fernandez 1939) αλλά σπασμωδικό και θανατηφόρο στους αρουραίους παραπάνω 0,2 mL/kg (Millet et al 1981). Στους αρουραίους, η υψηλότερη ενδοφλέβια δόση που δεν προκάλεσε σπασμούς ήταν 0,02 mL/kg (Sampson & Fernandez 1939). Τόσο η α- όσο και η β-θουγιόνη αναστέλλουν τις αποκρίσεις που προκαλούνται από τον υποδοχέα GABAA (Hall et al 2004). Ένας αριθμός αιθέριων ελαίων περιέχει σημαντικές συγκεντρώσεις θουγιόνης. Για παράδειγμα, το λάδι μπόλντο (Peumus boldus) (περιέχει 21,5% θουγιόνη) προκάλεσε σπασμούς σε αρουραίους σε δόση 70 mg/kg από το στόμα (Opdyke & Letizia 1982). Άλλα αιθέρια έλαια που υπάρχουν δεδομένα ζώων ή καταγεγραμμένες περιπτώσεις σπασμών περιγράφονται παρακάτω.

Έλαιο φασκόμηλου

Το εμπορικό έλαιο φασκόμηλου Δαλματίας αποτελείται συνήθως από 13,1–48,5% α-θουγιόνη και 3,9-19,1% β-θουγιόνη. Όταν χορηγείται σε αρουραίους, φλοιώδεις επιδράσεις άρχισαν να εμφανίζονται και εφάπαξ σε δόσεις των 300 mg/kg ενδοπεριτοναϊκά, και σπασμοί στα 500 mg/kg. Η μέγιστη μη θανατηφόρα δόση ήταν 3,2 g/kg (Millet et al 1979, 1980). Η σύνοψη μιας σλοβενικής μελέτης αναφέρει ότι το λάδι από Artemisia caerulescens πλούσιο σε καμφορά και α-θουγιόνη, προκάλεσε γενικευμένες κρίσεις σε διάφορα πειραματόζωα (Cvetko et al 1973). Σπασμοί προκλήθηκαν σε έναν άνδρα 33 ετών που κατά λάθος κατάπιε μια γουλιά έλαιο φασκόμηλου (Arditti et al 1978) και δύο άλλοι ενήλικες που πήραν 12 σταγόνες και τουλάχιστον μια γουλιά (Burkhard et al 1999). Σε θανατηφόρο περιστατικό 44χρονη κατάπιε περίπου 0,25 oz (7 mL) φασκόμηλο Δαλματίας, το οποίο αργότερα διαπιστώθηκε ότι είχε υψηλή περιεκτικότητα σε θουγιόνη. Υπέφερε από αρκετά επεισόδια σπασμών τις ώρες μεταξύ της κατάποσης και του θανάτου (Whitling 1908). Είχε χρόνιο άσθμα, και αυτό μπορεί να συνέβαλε στο μοιραίο αποτέλεσμα.

Έλαιο Τούγιας (Thuja orientalis)

Το έλαιο Τούγιας του εμπορίου αποτελείται συνήθως από 50% a-thujone. Υπάρχει μια αναφορά ότι το έλαιο αυτό προκαλεί σπασμούς. Μία 50χρονη γυναίκα ήπιε 20 σταγόνες δύο φορές την ημέρα για 5 ημέρες. Συμβουλεύτηκε να το πάρει από έναν «βοτανολόγο», αλλά δεν ακολούθησε τις οδηγίες για να αραιώσει το λάδι στο 1% πριν πάρει τις σταγόνες. Τριάντα λεπτά μετά τη δέκατη δόση της υπέστη μια τονωτική κρίση καιέπεσε, σπάζοντας το κρανίο της (Millet et al 1981).

Έλαιο Αψιθιάς (Artemisia absithium)

Το έλαιο αψιθιάς του εμπορίου αποτελείται συνήθως από 33,1–59,9% β- θουγιόνη. Ίσως στην πιο πρώιμη επίσημα καταγεγραμμένη περίπτωση, ένας ενήλικας άνδρας καταπίνει «πιθανώς περίπου μισή ουγγιά» ελαίου αψιθιάς. Μέσα σε λίγα λεπτά έμεινε αναίσθητος, με σπασμούς, έβγαζε αφρούς από το στόμα με το σαγόνι του σφιγμένο. Μετά από άμεση ιατρική παρέμβαση, ο άνδρας επέζησε, αλλά δεν θυμόταν καν ότι το πήρε (Smith 1862). Στο νοσοκομείο μεταφέρθηκε ένας 31χρονος έπειτα από κατάποση 10 mL ελαίου αψιθιάς. Είχε βρεθεί, από το πατέρα του, σε ταραγμένη, ασυνάρτητη και αποπροσανατολισμένη κατάσταση. Οι γιατροί παρατήρησαν τονικές και κλονικές κρίσεις με στάση του φλοιού (Weisbord et al 1997).

Καμφορά

Η δόση της υποδόριας ένεσης καμφοράς που απαιτείται για την παραγωγή σπασμών σε ποντίκια ήταν 600 mg/kg (Wenzel & Ross 1957). Η καμφορά που χρησιμοποιείται περιγράφεται ως «εμπορικό συνθετικό προϊόν». Η «συνθετική καμφορά» συνήθως υποδηλώνει (±)-καμφορά. Ο ανθρώπου είναι πιο ευαίσθητος από τα τρωκτικά στη νευροτοξικότητα της «συνθετικής καμφοράς». Σπασμοί προέκυψαν σε παιδιά ηλικίας 2 και 3 ετών μετά από κατάποση 9,5 mL και 700 mg καμφοράς, αντίστοιχα αλλά ευτυχώς επιβίωσαν και τα δύο (Phelan 1976; Gibson et al 1989). Σε μια θανατηφόρα περίπτωση, αγόρι 16 μηνών κατάπινε ένα κουταλάκι του γλυκού λάδι με καμφορά (φυτικό λάδι με 20% καμφορά). Συχνά περιστατικά αφορούν σπασμούς, συστολές κόρες ματιών, γρήγορος παλμός και εξαιρετικά υψηλός ρυθμός αναπνοής (Smith & Margolis 1954). Δύο περιπτώσεις μέθης επέζησαν ένας 19χρονος και ένας 72χρονος. Και οι δύο ήπιαν 1 ουγκιά ελαίου με καμφορά (6 g καμφοράς) που προκάλεσε γενικευμένες κρίσεις χωρίς σοβαρές συνέπειες (Reid 1979). Ενας 37χρονος άνδρας παρουσίασε παρατεταμένες τονικοκλονικές κρίσεις μετά την κατάποση 90 mL ελαίου με καμφορά. Υποβλήθηκε σε αιμοκάθαρση και επέζησε (Kopelman et al 1979). Ένας άντρας επιχείρησε να αυτοκτονήσει με κατάποση 150 mL ελαίου με καμφορά (30 g camphor). Υπέστη περιφερικό κυκλοφορικό σοκ και σοβαρά, παρατεταμένα επεισόδια grand mal, αλλά επέζησε μετά από εντατική θεραπεία (Vasey & Karayannoppoulos 1972). Αυτή είναι από τις υψηλότερες δόσεις καμφοράς για επιβίωση. Ένα παιδί 15 μηνών υπέστη απώλεια μυϊκού συντονισμού και επιληπτικές κρίσεις μετά από σύρσιμο μέσα από λάδι με καμφορά που χύθηκε από το αδερφάκι του. Ανάρρωσε πλήρως. Αυτή η περίπτωση μπορεί να αντιπροσωπεύει ευαισθησία στην καμφορά σε ένα σχεδόν επιληπτικό (Skoglund et al 1977). Ένα παιδί 9 μηνών είχε τρεις κρίσεις μέσα σε 24 ώρες μετά από χορήγηση σε εγκαύματα επίδεσμο που περιείχε 15 g καμφοράς. Το επίπεδο της καμφοράς στο αίμα ήταν 2,6 mg/L την ώρα των κρίσεων. Υποτίθεται ότι το μεγαλύτερο μέρος της καμφοράς απορροφήθηκε διαδερμικά (Joly et al 1980). Οι τοξικές επιδράσεις μπορεί να ακολουθούν ένα μοτίβο διέγερσης του ΚΝΣ (παραλήρημα, σπασμοί) ακολουθούμενο από κατάθλιψη (έλλειψη συντονισμού, αναπνευστική καταστολή, κώμα (Budavari 1989). Τα νευρολογικά συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν άγχος, κατάθλιψη, σύγχυση, πονοκέφαλο, ζάλη και παραισθήσεις (Siegel & Wason 1986; Επιτροπή για τα Ναρκωτικά 1994). Τα αρχικά συμπτώματα της τοξικότητας της καμφοράς μπορεί να ξεκινήσουν μέσα σε 5 έως 15 λεπτά από την κατάποση. Η κάμφορα παρουσιάζει σαφή κίνδυνο για τον άνθρωπο, ακόμη και από μη στοματική έκθεση στην περίπτωση των βρεφών.

Πουλεγόνη

Υποδόρια χορηγούμενη πουλεγόνη (μη καθορισμένο ισομερές) προκάλεσε επιληπτικές κρίσεις σε ποντίκια στη θανατηφόρα δόση των 1.709 mg/kg (Wenzel & Ross 1957), αλλά δεν είναι σαφές εάν οι επιληπτικές κρίσεις και οι θάνατοι σχετίζονται. Επειδή η (1R)-(þ)-b-pulegone είναι το κύριο συστατικό του ελαίου από το Φλισκούνι (61–87%), πιθανότατα ευθύνεται για τις κρίσεις που υπέστησαν σε τέσσερις περιπτώσεις απόπειρας άμβλωσης μέσω της κατάποσης του (Wingate 1889; Kimball 1898;Holland 1902; Early 1961). Τα ποσά που ελήφθησαν ήταν σημαντικά, συμπεριλαμβανομένου ενός κουταλιού του γλυκού (5 mL) και 30 mL σε άλλο, αλλά δεν υπήρξαν θύματα. Ο κίνδυνος επιληπτικών κρίσεων είναι πιθανό να είναι περιορισμένος από υπερβολική δόση από το στόμα.

Έλαιο Ευκάλυπτου

Ο McPherson (1925) σχολίασε ότι οι επιληπτικές κρίσεις ήταν κάτι ασυνήθιστο αλλά πιθανό σύμπτωμα δηλητηρίασης από ευκάλυπτο. Ο Mack (1988) ομοίως δήλωσε ότι οι επιληπτικές κρίσεις ήταν πιθανές και ήταν πιο συχνές στα παιδιά παρά στους ενήλικες. Οι επιληπτικές κρίσεις είναι στην πραγματικότητα πολύ σπάνιες με ευκάλυπτο, ακόμη και μετά από κατάποση μεγάλων ποσοτήτων. Σε μια περίπτωση αναφέρθηκε από τον Witthauer (1922), ένας 39χρονος άνδρας είχε τονικές κλονικές κρίσεις μετά από κατάποση 26 mL ελαίου ευκαλύπτου. Ωστόσο, η έκθεση εκφράζει επιφυλάξεις για το αν το υγρό στην πραγματικότητα ήταν έλαιο ευκαλύπτου, καθώς υπήρχαν συμπτώματα ασυνήθιστα σε δηλητηρίαση από έλαιο ευκαλύπτου, συμπεριλαμβανομένης της διαστολής και της σταθεροποίησης της κόρης και κυάνωση. Τα προηγούμενα 30 χρόνια, δεν είχε αναφερθεί κρούσμα που λάδι ευκαλύπτου να προκαλεί σπασμούς. Σε έντεκα πρώιμες αναφορές περιστατικών, καμία δεν είχε επιληπτικές κρίσεις. Πέντε από αυτά ήταν ενήλικες (Myott 1906; Kirkness 1910; Winterbotham 1914; Gibbon 1927), τέσσερα ήταν παιδιά ηλικίας 6–16 ετών (Neale 1893; Benjamin 1906; Foggie 1911; Sewell 1925), και τα υπόλοιπα δύο ήταν 20 μηνών και 33 μηνών (Orr & Edin 1906; Allan 1910). Σε τέσσερις μεταγενέστερες περιπτώσεις, όλες σε παιδιά 3-7 ετών, καμία δεν είχε επιληπτικές κρίσεις (Craig 1953; Patel & Wiggins 1980). Ομοίως, δεν υπήρξαν επιληπτικές κρίσεις μεταξύ των εννέα περιπτώσεων ενστάλαξη στη μύτη ευκάλυπτο σε παιδιά ηλικίας 1–36 μηνών, 42 περιπτώσεις κατάποσης ελαίου ευκαλύπτου σε παιδιά κάτω των 14 ετών και 109 παιδιά ηλικίας από 2 εβδομάδων έως 9 χρονών (Melis et al 1989; Webb & Pitt 1993;Tibballs 1995). Από 14 περαιτέρω κρούσματα, συμπεριλαμβανομένων εννέα παιδιών, ένα υπέφερε από επιληπτικές κρίσεις με θανατηφόρο κατάληξη: παιδί 8 μηνών που έλαβε 30 mL ελαίου ευκαλύπτου (Spoerke et al 1989). Μπορούμε στην διεθνή βιβλιογραφία να βρούμε μόνο τρεις ακόμη αναφορές που αφορούσαν σπασμούς. Στην πρώτη, ένα αγόρι 11 μηνών χύθηκε 10–15 ml λάδι ευκαλύπτου στο πρόσωπό του και στο στόμα του. Κατά την άφιξη στο νοσοκομείο του δόθηκε οξυγόνο, και λίγο μετά βίωσε «βραχύχρονο, γενικευμένο σπασμό'. Τελικά ανάρρωσε (Hindle 1994). Στο δεύτερον, ένα κορίτσι 4 ετών, χωρίς προηγούμενο ιστορικό επιληπτικών κρίσεων, υπέστη σπασμό μεγάλης διάρκειας λιγότερο από 1 λεπτό. Νωρίτερα εκείνη την ημέρα η μητέρα της χορήγησε, για πρώτη φορά, 40 mL θεραπείας για ψείρες κεφαλής OTC που περιέχει 11% έλαιο ευκαλύπτου, το οποίο ξεπλύθηκε μετά από 10 λεπτά, σύμφωνα με τις οδηγίες. Στη συνέχεια εφαρμόστηκε ένα μαλακτικό μαλλιών με έλαιο ευκαλύπτου 2,5% και το άφησε στο κεφάλι. Τρεις ώρες αργότερα το κορίτσι ένιωσε ναυτία και λήθαργο, και ακολούθησε ο σπασμός. Ανέρρωσε πλήρως γρήγορα μετά την αφαίρεση του κοντίσιον (Waldman 2011). Οι Burkhard et al (1999) παρουσιάζουν την περίπτωση ενός υγιούς κοριτσιού 12 μηνών που του έκαναν πέντε παρατεταμένα μπάνια που περιείχε άγνωστη ποσότητα ελαίων ευκαλύπτου, πεύκου και θυμαριού για περίοδο 4 ημερών. Λίγο μετά το τελευταίο μπάνιο είχε έναν τονικό σπασμό που διήρκεσε 1 λεπτό και συνέβησαν δύο παρόμοια επεισόδια την ίδια μέρα. Τις επόμενες ημέρες ο αριθμός των επεισοδίων αυξήθηκε στο μέγιστο των 133 σε 24 ώρες. Μετά από 4 εβδομάδες, η δραστηριότητα των σπασμών σταμάτησε ενώ λάμβανε θεραπεία με phenobar bital και φαινυτοΐνη, αλλά υπήρξαν και άλλα επεισόδια αρκετούς μήνες μετέπειτα. Εάν χρησιμοποιήθηκε μεγάλη ποσότητα αιθέριου ελαίου, η συχνότητα των λουτρών και η ευαίσθητη ηλικία του παιδιού θα μπορούσαν πιθανώς να εξηγήσουν τη δραστηριότητα των επιληπτικών κρίσεων. Δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί τι προκάλεσε τις κρίσεις, αλλά μια ισχυρή προδιάθεση φαίνεται πιθανό. Σε πολλές από τις παραπάνω περιπτώσεις, πολύ μεγάλες ποσότητες ευκαλύπτου ελήφθησαν ως λάδι (έως 45 mL) και υπήρξαν θάνατοι. Παρόλα αυτά, σπασμοί αναφέρθηκαν μόνο σε τέσσερις από τις 192 περιπτώσεις (εξαιρουμένης της αμφίβολης υπόθεσης Witthauer). Και τα τέσσερα ήταν παιδιά λιγότερο από 5 ετών και μεγάλες ποσότητες (10–15 mL και 30 mL) που καταναλώθηκαν από το στόμα σε δύο περιπτώσεις. Επομένως, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι επιληπτικές κρίσεις μπορεί να εμφανιστούν στο 2% των μικρών παιδιών μετά από εντατική έκθεση σε έλαιο ευκαλύπτου. Η περίπτωση Waldman (2011) είναι άτυπη, αλλά επιβεβαιώνει ότι το έλαιο ευκαλύπτου μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στο ΚΝΣ σε παιδιά. Εάν το έλαιο ευκαλύπτου ήταν σπασμωδικό, η υποψία θα ήταν φυσικά στο κύριο συστατικό του, την 1,8-κινεόλη. Σε in vitro μελέτες, έλαια υσσωπού, φασκόμηλου, καμφοράς και τούγιας (Steinmetz et al 1985) επίσης έλαιο καλαμιάς (Dhalla et al 1961) και 1,8-κινεόλη (Steinmetz et al 1987) αποδείχθηκε ότι ρυθμίζουν την κυτταρική αναπνοή (επίπεδα ασβεστίου και καλίου) σε φέτες εγκεφάλου αρουραίου, 1,8-κινεόλη λίγο περισσότερο από την καμφορά. Αυτή η ενέργεια θεωρείται πιθανό να συσχετίζεται με τη δυνατότητα πρόκλησης επιληπτικών κρίσεων. Σύμφωνα με Burkhard et al (1999), τα αποτελέσματα των Steinmetz et al δείχνουν ότι τόσο η καμφορά όσο και η 1,8-κινεόλη μοιράζονται τις ίδιες δυνατότητες και επηρεάζουν τα επίπεδα ασβεστίου και καλίου των εγκεφαλικών κυττάρων όπως συμβαίνει με το γνωστο σπασμωδικό, πεντυλενοτετραζόλη (PTZ). Ωστόσο, στον εγκέφαλο της γάτας, κατά τη διάρκεια επιληπτικών κρίσεων που προκαλούνται από PTZ, τα επίπεδα καλίου αυξήθηκαν (Heinemann & Louvel 1983), ενώ στη μελέτη Steinmetz δεν αυξήθηκαν. Επιπλέον, η παθοφυσιολογία της ΡΤΖ που προκαλεί κρίσεις περιλαμβάνουν πολύ περισσότερους μηχανισμούς από το ασβέστιο και βαθμίδες καλίου (Ahmed et al 2005) όπως και η παθοφυσιολογία των επιληπτικών κρίσεων γενικά (Kovacs et al 2005). Επομένως, η αναφορά Steinmetz et al (1987) δεν αποδεικνύει ότι η 1,8-κινεόλη είναι ένα σπασμωδικό. Είναι αξιοσημείωτο ότι, ενώ η κατάρρευση του ΚΝΣ και το κώμα παρατηρούνται σε Δοκιμές LD50 σε αρουραίους στους οποίους δόθηκε 1,8-κινεόλη, οι σπασμοί απουσιάζουν (Jenner et al 1964). Επιληπτικές κρίσεις που συνδέονται με τον ευκάλυπτο έχουν αναφερθεί μόνο σε μικρά παιδιά που καταπίνουν ή εισπνέουν σημαντικές ποσότητες. Επομένως, το έλαιο ευκαλύπτου μπορεί να μην παρουσιάζει γενικό κίνδυνο ως σπασμωδικό παράγοντα, είτε για μεγαλύτερα παιδιά είτε για ενήλικες. Είναι απορίας άξιο εάν ένα κατασταλτικό του ΚΝΣ (όπως η 1,8-κινεόλη) θα μπορούσε ακόμη να προκαλέσει επιληπτικές κρίσεις. Τα αντισπασμωδικά φάρμακα γενικά μειώνουν λειτουργικότητα του ΚΝΣ. Κατά μία έννοια το θέμα είναι ακαδημαϊκό, αφού ο ευκάλυπτος μπορεί σαφώς να προκαλέσει διαταραχές του ΚΝΣ στα παιδιά.

Έλαιο Μάραθου (Foeniculum vulgare)

Υπάρχει μία αναφορά για το έλαιο μάραθου ότι προκαλεί επιληπτική κρίση. Μια 38χρονη γυναίκα ανέπτυξε μια τυπική γενικευμένη τονικοκλονική επιληπτική κρίση διαρκείας 45 λεπτών, 2 ώρες μετά την κατανάλωση πέντε ή έξι κέικ που περιείχε άγνωστη ποσότητα μαραθέλαιου. Ήταν ασθενής με επιληπτικά τικ και έπαιρνε 300 mg/ημέρα lamictal (λαμοτριγίνη) για να ελέγχει τις κρίσεις της (Skalli & Bencheikh 2011). Το γλυκό μαραθέλαιο περιέχει 0,2–8,0% (þ)-fenchone και οι Wenzel & Ross (1957) ανέφεραν ότι έγινε υποδόρια ένεση fenchone (μη καθορισμένο ισομερές) που προκάλεσε κλωνικούς σπασμούς σε ποντίκια στα 1.133 mg/kg. Αυτό είναι ισοδύναμο με μια ανθρώπινη υποδόρια ένεση 79,3 g fenchone ή >991 g γλυκού μαραθέλαιου. Στον αρουραίο η οξεία από του στόματος LD50 για (þ)-fenchone ήταν 6.160 mg/kg (ισοδύναμο ανθρώπινη δόση 431 g); ακόμη και σε αυτό το επίπεδο, δεν προκάλεσε επιληπτικές κρίσεις (Jenner et al 1964). Αυτή η δόση fenchone είναι ισοδύναμη με ανθρώπινη κατάποση τουλάχιστον 5,4 kg μαραθέλαιου, ή 10.000 φορές τη συνιστώμενη μέγιστη από του στόματος δόση. Το έλαιο γλυκού μάραθο περιέχει επίσης (Ε)-ανηθόλη, σε ποσοστό 58,1–91,8%. Σε δοκιμές τοξικότητας, δεν εμφανίστηκαν σπασμοί σε τρωκτικά που δόθηκαν μεμονωμένα, θανατηφόρες δόσεις 3,2 ή 5 g/kg ή ενδοπεριτοναϊκές δόσεις 300 mg/kg/ημέρα για 7 ημέρες (Newberne et al 1999). Ομοίως, δεν υπήρξαν σπασμοί σε αρουραίους που έλαβαν εφάπαξ από του στόματος δόσεις έως 1,5 mg/kg γλυκού μαραθελαίου (Ostad et al 2001). Δεδομένου ότι το έλαιο μάραθου φαίνεται να στερείται σπασμωδικής δράσης, πιθανή αιτία των επιληπτικών κρίσεων στην παραπάνω περίπτωση είναι η αλληλεπίδραση με τα φάρμακα. Το Lamictal μεταβολίζεται από την UDP-γλυκουρονοσυλτρανσφεράση (UGT) ένζυμο και η (Ε)-ανηθόλη ενισχύει σημαντικά τη δραστηριότητα της UGT (Rompelberg et al 1993). Αυτό θα μπορούσε να έχει το αποτέλεσμα του μεταβολισμού του φαρμάκου και της εκκαθάρισής του από το σύστημα πολύ γρήγορα, αφήνοντας την ασθενή ευάλωτη στις κρίσεις της.

Έλαιο τερεβινθίνης

Ο Craig (1953) ανέφερε 16 περιπτώσεις κατάποσης λαδιού τερεβινθίνης σε παιδιά 5 ετών και κάτω. Υπήρξαν σπασμοί σε δύο από αυτές τις περιπτώσεις, βρέφη 13 και 14 μηνών, το μεγαλύτερο παιδί που είχε πιέι 4 oz (102 mL) και το μικρότερο παιδί άγνωστο ποσότητα. Θανατηφόρο κρούσμα με σπασμούς αναφέρθηκε σε ένα παιδί 11 μηνών, στο οποίο είχαν χορηγηθεί δύο κουταλάκια του γλυκού αποστάγματα τερεβινθίνης από τη γιαγιά της, η οποία είπε ότι σκέφτηκε ότι το μωρό είχε σκουλήκια. Το παιδί ήταν αγχωμένο πριν του χορηγηθεί, είχε θερμοκρασία 103 F, και τα αποτελέσματα μετά τη θανάτωση περιλάμβαναν διευρυμένο θύμο και οξεία βρογχίτιδα. Είναι λοιπόν πιθανό το να μην ήταν η κύρια αιτία είτε των σπασμών είτε της θανατηφόρας έκβασης (Harbeson 1936). Οι μόνες περιπτώσεις που αφορούν επιληπτικές κρίσεις φαίνεται να είναι σε βρέφη που ήπιαν πολύ μεγάλες ποσότητες ελαίου τερεβινθίνης, αλλά κανένα από τα συστατικά του δεν είναι γνωστό ότι είναι σπασμωδικό. Συνεπώς, το τερεβινθέλαιο δεν πρέπει να θεωρείται ότι παρουσιάζει γενικό κίνδυνο σπασμών.

Άλλα αναφερόμενα κρούσματα

Οι σπασμοί είναι συχνή συνέπεια της Γωλθέριας (Gaultheria procumbens) ή δηλητηρίαση από σαλικυλικό μεθύλιο και υπάρχει μια γενική διέγερση του ΚΝΣ, που προκαλεί πολύ γρήγορη αναπνοή και καρδιακό παλμό (Adams et al 1957). Σε δοκιμές LD50 για σαλικυλικό μεθυλεστέρα, έχουν παρατηρήθει σπασμοί σε ινδικά χοιρίδια, αλλά όχι σε αρουραίους (Opdyke 1978 821–825). Το γλυκάνισο αναφέρεται ότι προκάλεσε κρίσεις σε βρέφος 12 ημερών, στο οποίο είχαν χορηγηθεί «πολλαπλές δόσεις» από τους γονείς ως θεραπεία για τους κολικούς. Μετά την εισαγωγή στο νοσοκομείο το βρέφος ανάρρωσε γρήγορα και δεν είχε άλλες επιληπτικές κρίσεις (Tuckler et al 2002).

Δεδομένα ζώων

Δεν υπάρχουν καταγεγραμμένες περιπτώσεις κρίσεων από έλαιο μέντας, αν και έχει προκαλέσει οξείς σπασμούς σε LD50: 3–5 mg/kg και 2–8 mL/kg (από του στόματος/αρουραίο) και σε 0,5–2,0 mL/kg (ip/αρουραίος και ip/ποντίκι) (Eickholt & Box 1965; Mengs & Stotzem 1989). Ωστόσο, δεν υπήρξαν σπασμοί σε αρουραίους που έλαβαν δόση από το στόμα έως και 100 mg/kg/ημέρα για 90 ημέρες ή έως 500 mg/kg/ημέρα για 35 ημέρες (Mengs & Stotzem 1989; Spindler & Madsen 1992). Η μέγιστη συνιστώμενη από του στόματος δόση ελαίου μέντας για τον άνθρωπο είναι 1,2 mL (1,1 g), η οποία είναι 116 μικρότερη από την ελάχιστη δόση που προκαλεί σπασμούς σε αρουραίους (υποτίθεται ότι είναι 2 mL/kg, ωστόσο θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερο, καθώς το κατώφλι σπασμών σε αυτή τη μελέτη δεν έχει προσδιοριστεί) και 32 λιγότερο από τη μη σπασμωδική καθημερινή δόση σε αρουραίους χορηγούμενη για 35 ημέρες. Δεδομένου ότι ένα λάδι μέντας με 1,1% (1R)-(þ)-b-pulegone και 25% μενθόνη 90 ημέρες από του στόματος NOAEL 40 mg/kg/ημέρα σε αρουραίους (Spindler & Madsen 1992), είναι απίθανο το έλαιο μέντας να παράγει τοξικό αποτελέσματα από τη θεραπευτική χρήση. Στο έλαιο μέντας, η νευροτοξικότητα της πουλεγόνης και του μεντοφουρανίου μπορεί να μετριαστεί με (–)-μενθόλη, η οποία ενισχύει τους υποδοχείς GABAA απαντήσεις (Hall et al 2004). Έχει ειπωθεί ότι οι κετόνες γενικά είναι ιδιαίτερα διεγερτικές του ΚΝΣ, και συνεπώς κίνδυνος για τις ευάλωτες ομάδες (Franchomme & Pe'nοel 1990). Ο Βένζελ & Ross προτείνουν ότι η θνησιμότητα σε μια ομάδα τερπενοειδών κετονών συσχετίζεται αντιστρόφως με την ευκολία μετατροπής σε λιγότερο τοξικές αλκοόλες και τα γλυκουρονίδια τους. Ωστόσο, αυτό το μοντέλο θα χρειαστεί να βελτιωθεί εάν επρόκειτο να γίνουν προβλέψεις για άλλες κετόνες, και υπάρχουν αμφιβολίες για ορισμένα από αυτά τα ευρήματα. Δεδομένου ότι αυτή η αναφορά αφορούσε την υποδόρια χορήγηση σε ποντίκια, τις σπασμωδικές δόσεις και τον σχετικό κίνδυνο του καθενός η ένωση δεν μπορεί να επεκταθεί με σιγουριά στον άνθρωπο για χρήση από το στόμα ή με εισπνοή. Για παράδειγμα, σε δοκιμές LD50 από το στόμα, δεν εμφανίστηκαν σπασμοί σε αρουραίους στους οποίους χορηγήθηκαν θανατηφόρες δόσεις καρβόνης (μη καθορισμένο ισομερές) (LD50 1.640 mg/kg), πιπεριτόνη (ισομερές απροσδιόριστο) (LD50 3.550 mg/kg) ή a-þb-ιονόνη (LD50 4.590 mg/kg) (Jenner et al 1964, Opdyke 1978 σελ. 863–864). Επομένως, η από του στόματος χορήγηση αυτών των ενώσεων δεν φαίνεται να προκαλεί επιληπτικές κρίσεις. Ομοίως, οι De Sousa et al (2007) βρήκαν ότι κανένα ισομερές της καρβόνης δεν ήταν σπασμωδικό σε ποντίκια με ενδοφλέβια χορήγηση, και η (S)-(þ)-καρβόνη ήταν αντισπασμωδική. Ενώ εκεί είναι ένα γνωστό ανθρώπινο σπασμωδικό δυναμικό για διάφορα ισομερή του πινοκαμπόνη, θουγιόνη, καμφορά και πουλεγκόνη, δεν μπορούμε να βρούμε τίποτα που να τεκμηριώνει μια σπασμωδική επίδραση για τις άλλες κετόνες. Σε άλλες έρευνες, η θυμοκινόνη προστατεύει ποντίκια έναντι επιληπτικών κρίσεων που προκαλούνται από PTZ μέσω ενός GABA μηχανισμού (Hosseinzadeh & Parvardeh 2004), (Z)-jasmone ενίσχυσε τις αποκρίσεις που διαμεσολαβούνται από τον υποδοχέα GABAA, και ως εκ τούτου είναι πιθανό να είναι αντισπασμωδικό (Hossain et al 2004) και Η βαλερανόνη είναι κατασταλτικό του ΚΝΣ, είναι ηρεμιστικό, υποτασικό και υποθερμικό (Houghton 1988).

Συζήτηση

Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις που έχουν καταγραφεί κρίσεις που προκλήθηκαν από αιθέρια έλαια, τα περισσότερα από αυτά προφανώς σε μη επιληπτικούς, τα έλαια λήφθηκαν από το στόμα, αν και σε μερικές περιπτώσεις τα μικρά παιδιά έχουν αποδειχθεί ευάλωτα και σε μη στοματική έκθεση. Μια ανασκόπηση της οσφρητικής διέγερσης των επιληπτικών κρίσεων σε επιληπτικούς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, «Η αντανακλαστική επιληψία που προκαλείται από άρωμα με τη στενή έννοια της λέξης είναι πολύ ασυνήθιστη. Εξαρτάται από το βαθμός υπερευαισθησίας του ατόμου στα οσφρητικά ερεθίσματα» (η μετάφρασή μας από το πρωτότυπο γερμανικό) (Nedbal 1967). Εκτός από αυτούς που είναι γνωστοί επιληπτικοί, υπάρχει κάποιος πιθανός κίνδυνος για εκείνους με χαμηλή συχνότητα σπασμών, δηλαδή, πιθανότητα για επιληψία που δεν έχει δηλωθεί ακόμη. Αιθέρια έλαια με σπασμωδική ισχύς που απαιτεί περιορισμό της δόσης παρατίθεται στο πίνακα που προαναφέρθηκε. Συνοψίζοντας σπασμωδικά αιθέρια έλαια και τα υπεύθυνά συστατικά, οι Burkhard et al (1999) απαριθμούν 11 αιθέρια έλαια ως «δυνατούς σπασμωδικούς παράγοντες». Έξι από αυτά (ύσσωπος, δεντρολίβανο, φασκόμηλο, τανάκητο, τούγια και αψιθιά) περιέχουν καμφορά, pinocamphone και θουγιόνη και έτσι μπορεί να παρουσιάζει κάποιο κίνδυνο. Το Φλισκούνι περιέχει κίνδυνο εάν ληφθεί σε υπερβολική δόση, όπως και η Γωλθέρια (δεν αναφέρεται από Burkard et al). Ωστόσο, οι Burkhard et al δεν κάνουν καμία αναφορά σε δόση ή τον τρόπο χορήγησης και δεν λαμβάνεται υπόψη οι χημειότυποι. Παρόλο που παρουσιάζονται κάποια στοιχεία για την καταχώριση άλλων τεσσάρων έλαιών (ευκάλυπτος μάραθο, σαβίν και τερεβινθέλαιο) αυτά δεν είναι τα πλέον αδιάσειστα. Για παράδειγμα, ο Spinner (1920) αναφέρεται σε σπασμούς και για έλαια ευκαλύπτου και σαβίν, αλλά αυτό είναι έγγραφο επανεξέτασης και δεν αναφέρονται πρωτότυπες περιπτώσεις. Ομοίως, δεν παρουσιάζονται αδιάσειστα στοιχεία για το μαραθέλαιο. τερεβινθέλαιο και έλαια ευκαλύπτου που έχουν ήδη συζητηθεί και υπάρχουν μόνο περιορισμένος κίνδυνος. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αντισπασμωδική δράση (κατά των επιληπτικών κρίσεων που προκαλούνται από PTZ) έχει τεκμηριωθεί για δύο αιθέρια έλαια με κύρια συστατικά 1,8-κινεόλη και α-πινένιο: Psidium guyanensis (40,5% 1,8-κινεόλη, 13,9%a-pinene) και Laurus nobilis, (συνήθως 40,8% 1,8-κινεόλη,11,5% α-πινένιο) (Neto et al 1994, Santos et al 1997;Sayyah et al 2002a). Πολλά από τα αιθέρια έλαια δεν έχουν δοκιμαστεί για σπασμωδική δραστηριότητα, αλλά είναι πιθανό ότι, για παράδειγμα,το έλαιο κόκκινου κέδρου παρουσιάζει σπασμωδικό κίνδυνο, καθώς περιέχει 69–99% a-þb-thujone. Από την άλλη η λεβαντίνη και τα έλαια λεβάντας περιέχουν μεγαλύτερες ποσότητες (αντισπασμωδικής) λιναλοόλης από την (σπασμωδική) καμφορά, επομένως ο κίνδυνος εδώ μπορεί να είναι αμελητέος. Είναι αξιοσημείωτο ότι ένα εκχύλισμα μεθανόλης Lavandula stoechas προστάτευσε τα ποντίκια από σπασμούς που προκαλούνται από PTZ (Gilani et al 2000). Αυτό το εκχύλισμα περιέχει τα συστατικά όπως καμφορά, fenchone, 1,8-cineole και a-pinene (Ristorcelli et al 1998). Το Lavandula stoechas αναφέρεται ως ένα «γνωστό αντισπασμωδικό φάρμακο» στην ιρανική ιατρική, μαζί με γαρύφαλλο, λάδι βαλεριάνας, γλυκάνισο, μαραθόσπορος, κύμινο, κάλαμο, rue, melissa and lovage (Gorji & Khaleghi Ghadiri 2001). Όπως σε όλους τους τομείς της τοξικολογίας, υπάρχει ένα στοιχείο αβεβαιότητας στην παρέκταση των δεδομένων για ένα μεμονωμένο συστατικό σε ένα αιθέριο έλαιο που το περιέχει, καθώς άλλα συστατικά μπορεί να αλληλοεπιδράσουν με θετικό ή αρνητικό τρόπο. Σε μια αναφορά, τέσσερις πλούσιοι σε ευγενόλη Δοκιμάστηκαν έλαια Ocimum gratissimum, ένα από κάθε εποχή κατά των επιληπτικών κρίσεων που προκαλούνται από MES. Το «Ανοιξιάτικο» λάδι ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό, και αυτό συσχετίστηκε με υψηλότερο περιεχόμενο του καθενός από τα ακόλουθα δευτερεύοντα συστατικά σεσκιτερπενίων: β-σελινένιο, β-καρυοφυλλένιο, α-σελινένιο, β-ελεμένιο, γερμακρίνιο Α και γερμακρένιο D. Ωστόσο, δεν υπήρχε συσχέτιση με την ευγενόλη (Freire et al 2006). Αντίθετα, σε παρόμοια έκθεση για τέσσερα έλαια Salvia libanotica, υπήρχε ισχυρή συσχέτιση μεταξύ του βαθμού επιληπτικής δραστηριότητας και της περιεκτικότητας σε καμφορά και θουγιόνη (Farhat et al 2001). Τα άτομα που είναι επιρρεπή στην επιληψία μπορεί να έχουν ιδιοσυγκρασιακή αντιδράση στα αιθέρια έλαια, και αυτό κάνει την πρόβλεψη για δυσμενείς επιπτώσεις δύσκολο. Οι επιληπτικοί λοιπόν πρέπει να λαμβάνουν με προσοχή αιθέρια έλαια, ειδικά από το στόμα, εάν υποψιάζονται ότι μπορεί να αντιδράσουν άσχημα. Θα ήταν συνετό για όσους έχουν ισχυρό οικογενειακό ιστορικό επιληψίας να είστε προσεκτικοί. Το ίδιο ισχύει για όσους μπορεί να έχουν προδιάθεση για επιληψία, για παράδειγμα άτομα που είχαν επιληπτικές κρίσεις πριν από λίγο καιρό, και είναι τώρα εκτός φαρμακευτικής αγωγής. Όποιος έχει πυρετό είναι επίσης πιο επιρρεπής σε σπασμούς.

Καταθλιπτική δραστηριότητας του ΚΝΣ

Η κατάθλιψη στη φυσιολογία και την ιατρική αναφέρεται σε μείωση σε μια συγκεκριμένη βιολογική μεταβλητή ή τη λειτουργία ενός οργάνου. Το ΚΝΣ αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος του νευρικού συστήματος, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου και του νωτιαίου μυελού. Κοινές επιδράσεις της καταστολής του ΚΝΣ περιλαμβάνουν μειώσεις στον ρυθμό αναπνοής, ρυθμό της καρδιάς, αρτηριακή πίεση, θερμοκρασία και εγρήγορση. Άλλες πιθανές επιδράσεις περιλαμβάνουν αναλγησία, αγχόλυση, καταστολή, αναισθησία, εξασθένηση της μνήμης, μερική απώλεια του κινητικού συντονισμού και αντισπασμωδικά αποτελέσματα. Το αλκοόλ είναι ένα συνηθισμένο παράδειγμα καταθλιπτικής δραστηριότητας εκθέτοντας πολλά από αυτά τα συμπτώματα που προαναφέρθηκαν. Υπερδοσολογία κατασταλτικών φαρμάκων μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια συνείδησης, κώμα και θάνατο. Επειδή ορισμένα αιθέρια έλαια καταστέλλουν το ΚΝΣ, χρειάζεται προσοχή στην εφαρμογή τους, ιδιαίτερα όσον αφορά τη μείωση της εγρήγορσης. Η κατάθλιψη του ΚΝΣ, είναι ένα κοινό σημάδι δηλητηρίασης από ευκάλυπτο, και έχει παρατηρηθεί σε υψηλές δόσεις με δοκιμές σε ζώα με 1,8-κινεόλη, οιστραγόλη και σαφρόλη Σε περιστατικό υπερβολικής δόσης, ένας κατά τα άλλα υγιής 47χρονος άνδρας βρέθηκε χωρίς τις αισθήσεις του στο σπίτι του αφού είχε ασυνείδητα λάβει 10-15 mL γλυκάνισου ως προληπτικό μέσο για τη γρίπη. Ανέκτησε τις αισθήσεις του μέσα σε λίγα λεπτά, αλλά ήταν αποδιοργανωμένος, δεν αναγνώρισε τη γυναίκα του και η ομιλία του ήταν ακατανόητη. Είχε κράμπες και «γαστρεντερικά συμπτώματα» και καθοδόν προς το νοσοκομείο έκανε εκρηκτικό εμετό. Η νευρολογική εξέταση δεν έδειξε ανωμαλίες και μέσα σε 24 ώρες είχε αναρρώσει πλήρως (Bang et al 2008). Η ποσότητα που κατανάλωσε ήταν 30–50 φορές μεγαλύτερη από του στόματος δόση των 300 mg που συνιστούσε Blumenthal et al (1998). Οι τυπικοί μηχανισμοί της καταστολής του ΚΝΣ περιλαμβάνουν τη διευκόλυνση του GABA και/ή οπιοειδούς δραστηριότητα και αναστολή αδρενεργικών και/ή δραστηριότητα ακετυλοχολίνης. Ο GABA είναι ο κύριος ανασταλτικός νευροδιαβιβαστής στο ΚΝΣ και έχει τρεις υποτύπους υποδοχέων, GABAA, GABAB και GABAC. Οι υποδοχείς GABAA είναι εξαιρετικά σύνθετοι, με θέσεις δέσμευσης για διάφορα φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων των βενζοδιαζεπινών, των βαρβιτουρικών και των αναισθητικών. Αυτές οι ενώσεις είναι γνωστοί ως ρυθμιστές υποδοχέα GABAA και ενισχύουν την απόκριση του GABA στους υποδοχείς. Συνήθως προκαλούν αγχολυτικά, ηρεμιστικά και αντισπασμωδικά αποτελέσματα. Αιθέρια έλαια και συστατικά που ενισχύουν τον υποδοχέα GABAA

Αντισπασμωδικά

Τα αντισπασμωδικά αποτελούν υποκατηγορία των κατασταλτικών του ΚΝΣ και χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της επιληψίας. Ένα αντισπασμωδικό συστατικό μπορεί να αναστέλλει τη δράση ενός σπασμωδικού στο ίδιο αιθέριο έλαιο. Στην αντισπασμωδική έρευνα, ο βαθμός αναστολής μιας ελεγχόμενης ουσίας, ορίζεται ως ο αριθμός των σπασμών που προκαλούνται από διάφορους παράγοντες. Οι προκλητικοί παράγοντες περιλαμβάνουν στρυχνίνη, νικοτίνη, πικροτοξίνη (PIC), PTZ και μέγιστο ηλεκτροσόκ (MES). Οι επιληπτικές κρίσεις που προκαλούνται από το MES αναστέλλονται από ουσίες που εμποδίζουν τη διέγερση του γλουταμικού που προκαλείται από τον υποδοχέα NMDA, ενώ οι επιληπτικές κρίσεις που προκαλούνται από την PTZ αναστέλλονται από ουσίες που είτε μπλοκάρουν τους διαύλους ασβεστίου (ασβέστιο ανταγωνιστές) ή που διεγείρουν τους υποδοχείς GABAA (Sayyah et al 2004). Πιστεύεται γενικά ότι ουσίες αποτελεσματικές στα μοντέλα PTZ είναι προστατευτικά έναντι των κρίσεων μικρού μεγέθους και για την πρόληψη των επιληπτικών κρίσεων grand mal. Οι ανταγωνιστές του υποδοχέα GABA, οι οποίοι τείνουν να αυξάνουν την ευαισθησία σε σπασμούς, περιλαμβάνουν το PIC και το a-thujone. Μια ένωση που ενισχύει τις αποκρίσεις που προκαλούνται από τον υποδοχέα GABA, επομένως, είναι πιθανό να ασκήσει αντίθετη επίδραση στην α-θουγιόνη. Για παράδειγμα, η bicuculline, ένας ανταγωνιστικός υποδοχέας GABAA, μείωσε τη δράση του γλυκάνισου με τη μεσολάβηση GABA (Sahraeiet al 2002). Αυτή η δράση του γλυκάνισου οφείλεται πιθανώς στην υψηλή του αναλογία (75,2–96,1%) (Ε)-αναιθόλης. Η θυμόλη επίσης ενισχύει τις αποκρίσεις που προκαλούνται από τον υποδοχέα GABAA (Priestley et al 2003;Garcia et al 2006), και έτσι αναμένεται να έχει αντισπασμωδική δράση σε κατάλληλες δόσεις.

Πολύπλευρη δράση

Αιθέρια έλαια που αναστέλλουν τις επιληπτικές κρίσεις που προκαλούνται τόσο από MES όσο και από PTZ θεωρείται ότι δρουν μέσω πολλαπλών μηχανισμών, που και οι δύο αυξάνουν το μεσοδιάστημα επιληπτικών κρίσεων και έχουν ανασταλτική εξάπλωση των κρίσεων, και μπορεί επομένως να έχουν την ευρύτερη θεραπευτική χρησιμότητα. Για παράδειγμα, ένα έλαιο tarragon που περιέχει 21,1% (Ε)-ανηθόλη, 20,6% α-(Ε)-οκιμένιο και το 12,4% (þ)-λιμονένιο έδειξαν δοσοεξαρτώμενη δράση έναντι των επιληπτικών κρίσεων που προκαλούνται από MES και PTZ (Sayyah et al. 2004). Το έλαιο γλυκάνισου παρουσίασε παρόμοια δράση (Pourgholami et al 1999; Karimzadeh et al 2012). Αυτά τα ευρήματα προκαλούν αμφιβολίες σχετικά με την αναφορά ότι το γλυκάνισο ήταν η αιτία σπασμών σε ένα βρέφος. Το έλαιο κύμινο ήταν επίσης αποτελεσματικό και στους δύο τύπους επιληπτικών κρίσεων και παρατηρούμενες επιδράσεις στη μεμβράνη υποδηλώνουν ότι εμπλέκονται κυτταρικοί μηχανισμοί (Sayyah et al 2002b; Janahmadi et al 2006). Έλαιο ρίζας αγγελικής, το οποίο είναι πλούσιο σε μονοτερπένια , ανέστειλε και τους δύο τύπους επαγόμενων σπασμών (Pathak et al 2010). Το έλαιο λεμονόχορτου της Δυτικής Ινδίας ήταν επίσης πολυμερώς αντισπασμωδικό (Blanco et al 2009). Ένα έλαιο σιτρονέλλας τύπου Java, με 27,4% κιτρονελλάλη και 10,5% ()-κιτρονελλόλη, ανέστειλαν σπασμούς που προκαλούνται από PTZ, PIC (και τα δύο με τη μεσολάβηση GABA) και στρυχνίνη (υποδοχείς γλυκίνης) σε ποντίκια (Quintans-Junior et al 2007). Η κιτρονελλόλη (μη καθορισμένο ισομερές) ήταν πολυμερώς αντισπασμωδική, όπως και η τερπινεν-4-όλη (De Sousa et al 2006, 2009).

Μονομερής δράση

Άλλα αιθέρια έλαια έχουν μονόπλευρη δράση, είτε αναστέλλουν την οδό επιληπτικών κρίσεων είτε εξάπλωση επιληπτικών κρίσεων. Σε δοκιμές σε δύο πλούσια σε ευγενόλη έλαια, μπουμπούκι γαρύφαλλου και ρωσικό βασιλικό, επέδειξαν αποτελεσματικότητα έναντι της PTZ που προκαλείται και οι κρίσεις ήταν ελάχιστες, αλλά υπήρξαν σημαντικά αποτελέσματα για επιληπτικές κρίσεις που προκαλούνται από MES (Pourgholami et al 1999; Freire et al2005). Το έλαιο Taget δεν προσέφερε προστασία έναντι σπασμών που προκαλούνται από στρυχνίνη, αλλά ήταν αποτελεσματικό για σπασμούς που προκαλούνται από MES και metrazol (Chandhoke & Ghatak 1969). Το Eudesmol ήταν επίσης αντισπασμωδικό σε σχέση με το MES, αλλά όχι σε PTZ ή PIC (Chiou et al 1997). Το έλαιο τριαντάφυλλου Δαμασκού ήταν αποτελεσματικό κατά των επιληπτικών κρίσεων που προκαλούνται από το MES (Ramezani et al 2008). Σε ορισμένες πρώτες έρευνες, η αντισπασμωδική δράση του MES αναφέρθηκε για δύο έλαια πλούσια σε λιναλοόλη, τη λεβάντα και το φασκόμηλο (Atanassova-Shopova & Roussinov 1970a, 1970b). κανένα από τα δυο δεν ανέστειλε τους σπασμούς που προκαλούνται από τη στρυχνίνη, και στη διαύγεια το έλαιο φασκόμηλου δεν ήταν αποτελεσματικό έναντι της PTZ (έλαιο λεβάντας δεν ήταν δοκιμασμένο). Η αντισπασμωδική δράση της λιναλοόλης μπορεί να εξηγηθεί με την αναστολή της δέσμευσης του γλουταμικού και μια άμεση αλληλεπίδραση με υποδοχείς NMDA στον εγκέφαλο (Elisabetsky et al 1995b,1999; Silva Brum et al 2001a, 2001b). Η αναστολή της απελευθέρωσης ακετυλοχολίνης από τη λιναλοόλη και η ενίσχυση των επιδράσεων που προκαλούνται από το GABAA παρέχει περαιτέρω αιτιολογία για αυτό το αποτέλεσμα (Re.et al 2000; Hossain et al 2002). Οι επιληπτικές κρίσεις PTZ αναστέλλονται από το έλαιο yarrow, το πικρό πορτοκαλέλαιο,(þ)-λιμονένιο, β-μυρένιο και κιτράλη (Kudrzycka-Bieloszabska& Glowniak 1966; Viana et al 2000; Carvalho-Freitas & Costa 2002). Αν και υπάρχουν ομοιότητες μεταξύ των διαφορετικών ισομερών terpenoid κετόνης για τις επιδράσεις τους στο ΚΝΣ, έχουν επίσης σημειωθεί σαφείς διαφορές. Για παράδειγμα, σε δόση 200 mg/kg σε ποντίκια, η (S)-(þ)-καρβόνη καθυστέρησε σημαντικά την έναρξη σπασμών που προκαλούνται από PIC ή PTZ, ενώ (R)-(–)-carvone ήταν αναποτελεσματική (De Sousa et al 2007). Η δραστηριότητα των επιληπτικών κρίσεων μπορεί να μειωθεί με εισπνοή αιθέριων ελαίων. Προηγούμενη εισπνοή λαδιού λεβάντας ανέστειλε ηλεκτροσόκ και επιληπτικές κρίσεις PTZ, είχαν κάποια επίδραση σε επιληπτικές κρίσεις που προκαλούνται από τη νικοτίνη, αλλά κανένα σε αυτά που προκαλούνται από τη στρυχνίνη (Yamada et al 1994). Η προεισπνοή ενός πλούσιου σε β-ασαρόνη ελαίου κάλαμου παρεμπόδισε σημαντικά PTZ σπασμούς και υπήρξε σημαντική ενίσχυση του GABA και μείωση του γλουταμικού στον εγκέφαλο (Koo et al 2003). Προ εισπνοή συμπλέγματος αιθέριων ελαίων από 15 φυτά είχε παρόμοια επίδραση με τη μεσολάβηση GABA στις επιληπτικές κρίσεις PTZ, αλλά μικρή επίδραση σε αυτά που προκαλούνται από PIC ή στρυχνίνη (Koo et al 2004).

Ηρεμιστικά

Ηρεμιστικά, τα οποία αποτελούν δεύτερη υποκατηγορία κατασταλτικών του ΚΝΣ, συνταγογραφούνται συνήθως για τη θεραπεία του άγχους. Σε χαμηλές δόσεις, προκαλούν ηρεμία, χαλάρωση, υπνηλία και μειωμένη αναπνοή. Υψηλότερες δόσεις μπορεί να επηρεάσουν την ομιλία, την κρίση βάδισης και αντανακλαστικά, και σε ακραίες περιπτώσεις, μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια των αισθήσεων και θάνατο. Επομένως, η καταστολή, εάν είναι επαρκώς ισχυρή, σχετίζεται με μια συζήτηση για την ασφάλεια των αιθέριων ελαίων. Στην έρευνα με ζώα, η καταστολή εκτιμάτε μετρώντας αριθμό αυθόρμητων κινήσεων (κινητικότητα) με αυξητικό ρυθμό κατά τη διάρκεια του ύπνου που προκαλείται από πεντοβαρβιτάλη, με μείωση της λανθάνουσας κατάστασης ύπνου (χρόνος που απαιτείται για να αποκοιμηθεί) ή από παρόμοιες παρατηρήσεις. Τα ηρεμιστικά φάρμακα συχνά βλάπτουν τον κινητικό συντονισμό και αυτό αξιολογείται με τη δοκιμή «rota-rod», στην οποία αποτιμάτε το χρονικό διάστημα που το τρωκτικό είναι σε θέση να ισορροπήσει σε μια περιστρεφόμενη ράβδο. Όταν χορηγείται μέσω της στοματικής ή ενδοπεριτοναϊκής οδού σε τρωκτικά, μερικές φορές απαιτούνται υψηλές δόσεις για την πρόκληση καταστολής, υποδηλώνοντας ασθενή ισχύ ή βιοδιαθεσιμότητα. Για παράδειγμα, όταν τα ποντίκια έλαβαν 100 ή 200 mg/kg κιτράλη ή β-μυρσένιο, Η διάρκεια του ύπνου που προκαλείται από βαρβιτουρικά υπερδιπλασιάστηκε στην υψηλότερη δόση, αλλά μικρή επίδραση παρατηρήθηκε στη χαμηλότερη δόση (Do Vale et al 2002). Τα 1.000 mg/kg που χρησιμοποιούνται για το πικρό πορτοκαλέλαιο από τους Carvalho-Freitas & Costa (2002) είναι μια τεράστια δόση, που ισοδυναμεί με την κατάποση 70 γρ. Είναι πιθανό ότι η αγχολυτική δραστηριότητα εμφανίζεται σε πολύ χαμηλότερες δόσεις. Στους ανθρώπους, έκθεση σε έλαιο πορτοκαλιού μέσο οσφρητικής οδού (0,25 mL πορτοκαλέλαιου εξατμίστηκε στην αίθουσα αναμονής ενός οδοντιάτρου) είχε χαλαρωτική δράση στις γυναίκες, μείωση αγχωτικής «κατάστασης» και αύξηση της ηρεμίας (Lehrner et al 2000). Σε άλλες μελέτες σε ζώα, παρατηρούνται ηρεμιστικά αποτελέσματα σε χαμηλές δόσεις. Για παράδειγμα, η (Ε)-ανηθόλη εξαρτώμενη από τη δόση αύξησε τον ύπνο σε διάρκεια σε ποντίκια όταν χορηγήθηκαν ενδοπεριτοναϊκά 12,5–75 mg/kg με πεντοβαρβιτάλη (30 mg/kg ενδοπεριτοναϊκώς) ή 50–100 mg/kg με ένυδρη χλωράλη (220 mg/kg ενδοπεριτοναϊκώς) (Boissier et al 1967). Στα 20 mg/kg ενδοπεριτοναϊκά σε ποντίκια, τα συστατικά του ελαίου μοσχοκάρυδου η ελεμικίνη και η μυριστικίνη αύξησαν την διάρκεια ύπνου που προκαλείται από πεντοβαρβιτάλη κατά 91% και 119%, αντίστοιχα (Seto & Keup 1969). Οι μελέτες εισπνοής σε ποντίκια έχουν εντοπίσει μια ηρεμιστική δράση (εκτιμάται ως μείωση της κινητικότητας) για αιθέρια έλαια λεβάντας, νερολί, σανταλόξυλο και βαλεριάνα, και για τα συστατικά βενζαλδεΰδη, κιτρονελλάλη, οξικός γερανυλεστέρας, οξικός ισοβορνυλεστέρας, λιναλοόλη, οξικός λιναλυλεστέρας, οξικός 2-φαινυλαιθυλεστέρας και α-τερπινεόλη. Μερικές από αυτές τις ουσίες ήταν επίσης αποτελεσματικές μετά τη θεραπεία με διεγερτική καφεΐνη (Buchbauer et al 1991, 1992b, 1993). Επίσης σε ποντίκια, εισπνεόμενοι ατμοί οξικού τερπινυλεστέρα ή 2-φαινυλαιθανόλης αύξησε σημαντικά τη διάρκεια του ύπνου που προκαλείται από την πεντοβαρβιτάλη κατά 19%, ενώ το rose otto (μόνο 1–2% 2-φαινυλαιθανόλη) είχε ένα ελαφρύ, αλλά στατιστικά ασήμαντη επίδραση (Tsuchiya et al 1991). Ως εκ τούτου το rose absolute, που περιέχει 64,8–73,0% 2-φαινυλαιθανόλη, μπορεί να έχει σημαντική ισχύ. Έχουν δημοσιευθεί ορισμένα αντιφατικά ευρήματα, που αφορούν διαφορετικούς τρόπους χορήγησης. Για παράδειγμα, η εισπνοή του ελαίου λεμονιού (που περιέχει 56,6–76,0% (þ)-λιμονένιο) αναφέρθηκε ότι μειώνει σημαντικά τον επαγόμενο από την πεντοβαρβιτάλη ύπνο σε διάρκεια τόσο σε αρουραίους όσο και σε ποντίκια (Tsuchiya et al 1991; Komori et al 2006). Ωστόσο, στα 200 mg/kg ενδοπεριτοναϊκά (αλλά όχι στα 100 mg/kg), το λιμονένιο αύξησε τον επαγόμενο από την πεντοβαρβιτάλη ύπνο διάρκεια σε ποντίκια (Do Vale et al 2002). Έχουν επίσης σημειωθεί ισομερικές διαφορές. Και τα δύο εναντιομερή της καρβόνης έχουν ηρεμιστική δράση, αλλά ήταν μικρές διαφορές είναι εμφανείς στις επιδράσεις τους στην κινητική δραστηριότητα και στην πεντοβαρβιτάλη σε ώρες ύπνου σε ποντίκια. Τόσο η (S)-(þ)- όσο και η (R)-(–)-καρβόνη προκάλεσε σημαντικές μειώσεις στην κινητική δραστηριότητα όταν χορηγείται ενδοπεριτοναϊκώς και μέσω εισπνοής σε ποντίκια, αλλά παρουσίασαν ελαφρώς διαφορετικό χρόνο μάθησης (Buchbauer et al 2005; De Sousa et al 2007). Και τα δύο εναντιομερή ενίσχυσαν τον χρόνο ύπνου της πεντοβαρβιτάλης, αλλά έδειξαν διαφορετικές σχέσεις δόσης-απόκρισης μεταξύ 100 και 200 mg/kg ip(De Sousa et al 2007).

Έλαιο βαλεριάνας

Φυτικά παρασκευάσματα από ρίζες βαλεριάνας χρησιμοποιούνται ευρέως για να βοηθήσουν τον ύπνο, και οι valpotriates, που δεν βρίσκεται στο λάδι, θεωρούνται ενεργά συστατικά. Κριτικές για την ηρεμιστική επίδραση των ριζών βαλεριάνας συχνά καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η συνέργεια πρέπει να παίζει μέρος. Σε μια πρώιμη μελέτη εισπνοής, ακόμη και αχνές οσμές βαλεριάνας είχαν ένα ηρεμιστικό αποτέλεσμα σε αρουραίους (Macht & Ting 1921). Ο Komori et al (2006) ανέφερε ότι η εισπνοή ατμών ελαίου βαλεριάνας αύξησε τη φυσική διάρκεια του ύπνου στους αρουραίους κατά 18%. Ηρεμιστικά συστατικά του ατμού της περιλαμβάνει βορνεόλη, ισοβορνεόλη και οξικό βορνυλεστέρα (Buchbauer et al 1992a). Οι ηρεμιστικές επιδράσεις των συστατικών της βαλερανόνης, της βαλερενάλης και του βαλερενικού οξέος εξετάζονται από ερευνητές ως ιδιαίτερα ισχυροί μετά τη χορήγηση ip (Arora & Arora 1963; Hendriks et al 1981, 1985; Houghton1988; Rucker et al 1978).

Έλαιο λεβάντας

Το έλαιο λεβάντας έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών ερευνών. Είναι ηρεμιστικό σε ποντίκια όταν χορηγείται από του στόματος διασωληνωμένο n σε αναλογία 10 mL/kg (ισοδύναμο με περίπου 8,9 mg/kg), αυξανόμενη διάρκεια ύπνου πεντοβαρβιτάλης από 21 έως 37 λεπτά και μείωση λανθάνουσας κατάστασης ύπνου (Guillemain et al 1989). Δόθηκε ip σε ποντίκια, 200 mg/κιλό λιναλοόλης και αύξησε τη διάρκεια ύπνου της πεντοβαρβιτάλης σε ποντίκια με αποτέλεσμα συγκρίσιμο με τη διαζεπάμη στα 2 mg/kg ενδοπεριτοναϊκώς, αλλά στα 50 ή 100 mg/kg, το αποτέλεσμα ήταν οριακό (Elisabetsky et al 1995a). Οι εισπνεόμενοι ατμοί του ελαίου λεβάντας και τα κύρια συστατικά του, η λιναλοόλη και ο οξικός λιναλυλεστέρας, είχαν καταπραϋντική δράση στα ποντίκια, υπολογιζόμενη ως μείωση της κινητικότητας (Buchbauer et al 1991, 1993).Σε μια παρόμοια μελέτη, μια ατμόσφαιρα κορεσμένη με 1% ()-λιναλοόλη δεν επηρέασε την κινητικότητα του ποντικού, αλλά σε κορεσμό 3% ήταν η λιναλοόλη καταπραϋντικό. Σε συνδυασμό με πεντοβαρβιτάλη, 1% λιναλοόλη μείωσε τη διάρκεια του ύπνου κατά 201,2%, 3% λιναλοόλη την αύξησε κατά 236,5% και αυτό σε σύγκριση με αύξηση 213,5% από 1 mg/kg ip διαζεπάμης. Καμία συγκέντρωση λιναλοόλης δεν επηρέασε τον κινητικό συντονισμό (Linck et al 2009). Ένα μπάνιο με μη δηλωμένη ποσότητα ελαίου λεβάντας που προστέθηκε αύξησε σημαντικά τον χρόνο που δαπανάται στον επόμενο βαθύ ύπνο σε βρέφη, ηλικίας 1–18 εβδομάδων. Για τρία ηλικιωμένα άτομα, ο εισπνεόμενος ατμός ελαίου λεβάντας ήταν εξίσου αποτελεσματικός με τον κανονικό ύπνο τους με φαρμακευτική αγωγή (10 mg τεμαζεπάμη, 25 mg προμαζίνης ή 192 mg heminevrine) ως προς τον αριθμό των ωρών ύπνου τη νύχτα (Hardy 1991). Σε δύο περαιτέρω πιλοτικές μελέτες, η μία με ασθενείς με αϋπνία, η εισπνοή ελαίου λεβάντας οδήγησε σε βελτιώσεις σε ποιότητα ύπνου και όχι διάρκεια (Goel et al 2005; Lewith et al 2005).

Μηχανισμοί δράσης

Τα ηρεμιστικά αποτελέσματα ορισμένων αιθέριων ελαίων πραγματοποιούνται μέσω GABA υποδοχείς και μπορεί να ακολουθήσει εισπνοή, από του στόματος ή δερματική (Aoshima & Hamamoto 1999). Η ενίσχυση των αποκρίσεων που προκαλούνται από τον υποδοχέα GABAA από τη θυμόλη είναι μέσω προηγουμένως άγνωστη θέση δέσμευσης, ούτε σχετιζόμενη με επιίνες βενζοδιάζης ούτε στεροειδή (Priestley et al 2003). Το έλαιο Taget είναι ηρεμιστικό σε αρουραίους στα 50 mg/kg ενδοπεριτοναϊκώς, και η ταγετόνη είναι γνωστό ότι έχει μια σύμπλοκο αλληλεπίδραση με υποδοχείς GABAA (Chandhoke & Ghatak 1969; Perillo et al 1999). Ηρεμιστικά αιθέρια έλαια που δρουν μέσω του GABA μπορεί επίσης να έχουν αντισπασμωδικά ή αγχολυτικά αποτελέσματα. Οι ατμοί του εισπνεόμενου ελαίου μπλε χαμομηλιού μειώσαν σημαντικά τα επίπεδα ACTH στο πλάσμα (κορτικοτροφίνη) σε επίμυες με ωοθηκεκτομή που είχαν πιεστεί περιορίζοντας την κίνησή τους, επιδεικνύοντας ηρεμιστική δράση. Το αποτέλεσμα μπλοκαρίστηκε με ένεση lumazenil (ανταγωνιστής υποδοχέων βενζοδιαζεπίνης) που υποδηλώνει ότι ένα ή περισσότερα συστατικά του ελαίου δρούσαν μέσω Υποδοχέων ευαίσθητων στις βενζοδιαζεπίνες (πιθανώς GABA) (Yamada et al 1994). Η δράση του ελαίου λεβάντας σε συνδυασμό με ηρεμιστικά περιγράφηκε ως «πραγματική ενίσχυση και όχι [λόγω] οποιασδήποτε παρέμβασης στον μεταβολισμό του ναρκωτικού» (Atanassova-Shopova & Roussinov 1970β). Είναι ενδιαφέρον, ωστόσο, όταν τα ποντίκια έλαβαν θεραπεία με 1.000 mg/kg έλαιο λεβάντας ip για 5 ημέρες, παρουσίασαν σημαντικά αυξημένη κινητική δραστηριότητα σε σύγκριση με τους ελέγχους. Αυτό συνοδεύτηκε από δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις στο mRNA υποδοχέα ντοπαμίνης D3 και έκφραση πρωτεΐνης στον οσφρητικό βολβό (Kim YK et al 2009). Στους ανθρώπους, η εισπνοή ατμού ελαίου λεβάντας μείωσε τα επίπεδα κορτιζόλης στο αίμα και στο σάλιο (Atsumi & Tonosaki 2007; Shiina et al 2008). Έχει προταθεί η πιθανότητα ύπαρξης οσφρητικού μηχανισμού. Σε μια μελέτη που χρησιμοποίησε αρουραίους με άθικτο οσφρητικό σύστημα, εισπνοή ατμού ελαίου βαλεριάνας αύξησε την επαγόμενη από πεντοβαρβιτάλη χρόνο ύπνου κατά 46%. Αυτό συνοδεύτηκε από μείωση κατά 39% της δραστηριότητας της τρανσαμινάσης GABA, που υποστηρίζει ένας μεσολαβούμενος από GABA μηχανισμός. Ωστόσο, η ίδια θεραπεία δεν είχε καμία σημαντική επίδραση είτε στη διάρκεια του ύπνου είτε στη δραστηριότητα της τρανσαμινάσης GABA σε ανοσμικούς αρουραίους (Komori et al 2006). Αυτό μπορεί να υποδηλώνει εμπλοκή της όσφρησης, αλλά οι συγγραφείς δεν μπόρεσαν να δώσουν μια εξήγηση. Οι οσφρητικοί υποδοχείς συνδέονται μέσω νευρικών προβολών από τον οσφρητικό βολβό στον νεοφλοιό, ο οποίος ασχολείται με την αντίληψη της οσμής. Συνδέονται επίσης με το μεταιχμιακό σύστημα, που υποτίθεται ότι εμπλέκεται σε συναισθηματικές αντιδράσεις. Σε διαφωνία με τα ευρήματα των Komori et al (2006), Kagawa et al (2003) διαπίστωσαν ότι η εισπνεόμενη a-cedrol προκάλεσε έντονη καταστολή τόσο σε φυσιολογικούς όσο και σε ανοσμικούς αρουραίους, δημιουργώντας αμφιβολίες για τον μηχανισμό όσφρησης.

Συζήτηση

Ένα πρόβλημα με την καταστολή είναι η διαταραχή του μυϊκού συντονισμού. Αυτό μπορεί να είναι επικίνδυνο, για παράδειγμα, όταν οδηγείτε ή χρησιμοποιείτε άλλα δυνητικά επικίνδυνα μηχανήματα. Οι πιο ισχυρές ουσίες από αυτές που δοκιμάστηκαν ήταν βαλερενάλη (50 mg/kg), βαλερενικό οξύ (50 mg/kg) και βαλερανόνη (100 mg/kg), όλα τα συστατικά του ελαίου βαλεριάνας. Οι δόσεις αυτές απαιτούνται για την πρόκληση καταστολής, γεγονός που υποδηλώνει ότι μια ηρεμιστική δόση μπορεί να επηρεάσει τον μυϊκό συντονισμό. Το λάδι λεβάντας έχει ED50 248 mg/kg ip in ποντίκια, υπονοώντας ότι θα απαιτούνταν πολύ υψηλή από του στόματος δόση για παρεμπόδιση του μυϊκού συντονισμού. Ωστόσο, αυτό είναι κοντά στο ip δόση 300 mg/kg που προκαλεί καταστολή σε αυτό το είδος. Σε μελέτες τρωκτικών, ο διαχωρισμός των δόσεων που προκαλούν καταστολή και κινητική βλάβη είναι μεγαλύτερη για το φασκόμηλο από ό,τι για οποιοδήποτε άλλο αιθέριο έλαιο ή συστατικό. Η έκπτωση της γνωστικής λειτουργίας (μνήμη, εγρήγορση) είναι άλλη πιθανή ανησυχία, αν και αυτό δεν παρατηρείται σε κλινικές δοκιμές. Το ισπανικό έλαιο φασκόμηλου έχει ηρεμιστική δράση, όπως και πολλά από τα συστατικά του. Αναστέλλουν επίσης την ακετυλοχολινεστεράση αυξάνοντας έτσι τη συγκέντρωση της ακετυλοχολίνης, που είναι πιθανό να βελτιώνει γνωστική λειτουργία. Σε μια πιλοτική ανοιχτή δοκιμή, ημερήσιες από του στόματος δόσεις 50–150 ml αιθέριου ελαίου σε διάστημα 6 εβδομάδων παρουσίασαν βελτίωση της προσοχής σε 11 ασθενείς με πιθανή νόσο Alz Heimer (Perry et al 2003). Σε μια άλλη ελεγχόμενη δοκιμή, το εισπνεόμενο έλαιο λεβάντας ήταν αποτελεσματικό στον έλεγχο της συμπεριφοράς σε ασθενείς με σοβαρή άνοια (Holmes et al2002). Σε μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή (RCT), άτομο ανέφερε ότι ένιωθε πιο χαλαρός μετά από τρία λεπτά εισπνοής ελαίου λεβάντας. Η ομάδα λεβάντας συμπλήρωσε αριθμητικούς υπολογισμούς ταχύτερα και με μεγαλύτερη ακρίβεια από την ομάδα έλεγχου, υποδηλώνοντας μια χαλαρή εγρήγορση και όχι αποστομωτικά αποτέλεσμα (Diego et al 1998). Όταν εισπνέεται ή εφαρμόζεται στο δέρμα, το αιθέριο έλαιο μπορεί να απορροφάται σε πολύ μικρότερες ποσότητες από αυτές που απαιτούνται για την πρόκληση καταστολής σε δοκιμές σε ζώα. Ωστόσο, μπορεί να υπάρχουν αγχολυτικά αποτελέσματα και ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τη βελτίωση της ποιότητας του ύπνου, και μερικές φορές διάρκεια ύπνου, στον άνθρωπο, αφού το εισπνεόμενο λάδι λεβάντας έχει επιδράσεις μείωσης του άγχους (Itai et al 2000; Lehrner et al 2005). Σε μια διπλή τυφλή μελέτη, οι κάψουλες από το στόμα των 0,2 mL (182 mg) ελαίου λεβάντας μείωσαν το άγχος, ειδικά στις γυναίκες (Bradley et al. 2009). Αυτή είναι 3,5 μικρότερη από την ισοδύναμη δόση από του στόματος ενισχυτικού ηρεμιστικού βαρβιτουρικού σε ποντίκια (Guillemain et al 1989). Ο συνδυασμός μασάζ και αιθέριων ελαίων είναι γνωστός για την ηρεμιστική του δράση και μερικές φορές μόνο το μασάζ προκαλεί ύπνο. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι το άτομο, ξύπνιο, δεν μπορεί να λειτουργήσει κανονικά. Εάν η ηρεμιστική δράση οποιουδήποτε αιθέριου ελαίου είναι ισχυρή πρέπει να υπάρχουν προειδοποιήσεις που θα εξαρτηθεί από τη δόση και την οδό χορήγησης. Συνιστάται προσοχή όταν χρησιμοποιείτε ηρεμιστικά έλαια σε οποιονδήποτε λαμβάνει βαρβιτουρικά, βενζοδιαζεπίνες ή αναισθητικά, λόγω πιθανών αλληλεπιδράσεων με αυτά τα φάρμακα, μια θεωρητική πιθανότητα ακόμη και από εισπνοή αιθέριων ελαίων. Από αιθέρια έλαια μελετημένα, η βαλεριάνα φαίνεται να έχει ισχυρότερη ηρεμιστική δράση, με οποιαδήποτε οδό χορήγησης.

Find us on facebook